

Η νύχτα της 2ας Σεπτεμβρίου 1990
Λίγο μετά τις δέκα το βράδυ, η οικογένεια Καρατράντου βρίσκεται στη στάνη της, στο όρος Ασπρογιές, πάνω από την Αταλάντη. Ξαφνικά, στον νυχτερινό ουρανό εμφανίζονται δεκατρία φωτεινά αντικείμενα. Πετούν σε χαμηλό ύψος, περίπου εκατό μέτρα πάνω από το έδαφος, σχηματίζοντας έναν εντυπωσιακό σχηματισμό. Και τότε ένα από αυτά φαίνεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα. Ακούγεται ένας μεταλλικός ήχος. Ακολουθούν φλόγες και πυκνός καπνός. Το αντικείμενο αλλάζει πορεία και, σύμφωνα με τη μαρτυρία, προσεδαφίζεται στην απέναντι πλαγιά, περίπου τριακόσια μέτρα από τη στάνη. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.
Τα υπόλοιπα δώδεκα αντικείμενα κατευθύνονται προς το ίδιο σημείο. Για περίπου πέντε ώρες παραμένουν εκεί.
Από τη στάνη, η οικογένεια παρακολουθεί μικρόσωμες σκοτεινές φιγούρες να κινούνται γύρω από το σημείο και υγρό να εκτοξεύεται προς το αντικείμενο που είχε παρουσιάσει πρόβλημα — μια εικόνα που η Ζωή Καρατράντου αργότερα περιέγραψε σαν προσπάθεια κατάσβεσης.
Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα, τα δώδεκα αντικείμενα αρχίζουν να απογειώνονται.
Ένα-ένα.
Και χάνονται στον ουρανό.
Το δέκατο τρίτο, όμως, δεν απογειώνεται ποτέ!
Η Αταλάντη ξανά στο μικροσκόπιο: Τι δεν μας είπαν για 36 χρόνια
Το περιστατικό της Αταλάντης στις 2 Σεπτεμβρίου 1990 και η προσεδάφιση των δεκατριών ΑΤΙΑ παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα που έχουν καταγραφεί στην παγκόσμια ουφολογική σκηνή. Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με συμβάντα τέτοιου βεληνεκούς, δεν μάθαμε ποτέ ούτε την μισή αλήθεια. Όσες πληροφορίες κυκλοφόρησαν εδώ και τριάντα έξι χρόνια ήταν σκόπιμα διαστρεβλωμένες, κρύβοντας την πραγματική ουσία των πραγμάτων.

Το εύρημα της επόμενης ημέρας
Το επόμενο πρωί, η Ζωή Καρατράντου επιστρέφει στο σημείο μαζί με τον αδελφό της, Ηλία Γιαννουλάκο. Εκεί βρίσκουν μια καμένη έκταση. Το χώμα είναι ποτισμένο με μια λευκή, κολλώδη ουσία. Και υπάρχουν μικρά μεταλλικά αντικείμενα. Τρία ή τέσσερα, σύμφωνα με τη μαρτυρία. Ο Γιαννουλάκος τα συλλέγει, τα τυλίγει στο πουκάμισό του και τα μεταφέρουν στην Αταλάντη. Στη συνέχεια παραδίδονται στην αστυνομία και από εκεί καταλήγουν στην Πολεμική Αεροπορία, στο Κέντρο Έρευνας Τεχνολογίας Αεροπορίας. Λίγο αργότερα υπάρχει και επίσημο πόρισμα. Τα αντικείμενα χαρακτηρίζονται ως υλικά γήινης προέλευσης, παλαιάς τεχνολογίας και πιθανότατα σοβιετικής προέλευσης.
Θα μπορούσε, λοιπόν, η υπόθεση να είχε τελειώσει εκεί. Μόνο που δεν τελείωσε.

Μια οικογένεια που «εξαφανίστηκε»
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ένα παράξενο στοιχείο έμενε στο περιθώριο. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στη στάνη δεν βρίσκονταν πλέον στο επίκεντρο της ιστορίας. Κάποια στιγμή μάλιστα κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι η οικογένεια είχε φύγει από την περιοχή και είχε μετακομίσει στη Γαλλία. Ήταν μία από τις πληροφορίες που αποφασίσαμε να ελέγξουμε. Και το 2024 ήρθε μια από τις πρώτες μεγάλες ανατροπές της έρευνας.
Εντοπίσαμε τη Ζωή Καρατράντου.
Και διαπιστώσαμε κάτι που άλλαζε την εικόνα: Η οικογένεια δεν είχε φύγει ποτέ από την Αταλάντη. Παρέμενε εκεί. Και η στάνη της εξακολουθούσε να βρίσκεται στο όρος Ασπρογιές. Τότε προέκυψε ένα ερώτημα:
Γιατί επί δεκαετίες ψάχναμε την οικογένεια αλλού, ενώ η οικογένεια βρισκόταν εκεί;



Πριν αμφισβητήσουμε τον τόπο, τον αναζητήσαμε στη βιβλιογραφία
Όταν ξεκίνησε η τριετής έρευνά μας, το πρώτο βήμα ήταν φαινομενικά απλό: να εντοπίσουμε το σημείο της προσεδάφισης.
Και, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία της εποχής, αυτό δεν θα έπρεπε να είναι δύσκολο.
Οι πρώτες επιτόπιες έρευνες, λίγες μόλις ημέρες μετά το περιστατικό, τοποθετούσαν το γεγονός στο χωράφι του Γιάννη Γλουστιάνου. Η πληροφορία αυτή εμφανίζεται σε διαφορετικές πηγές της εποχής, μεταξύ άλλων στο βιβλίο του Σωκράτη Αικατερινίδη, σε δημοσίευμα της «Απογευματινής», στο βιβλίο του Μάκη Ποδότα, σε άρθρα του Σταύρου Μίχα αλλά και σε μεταγενέστερες καταγραφές. Ο Γιάννης Γλουστιάνος ήταν μάλιστα εκείνος που, με το τρακτέρ του, ανέβασε τους πρώτους ερευνητές στο δυσπρόσιτο χωράφι.
Το σημείο βρισκόταν κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, περίπου τέσσερα χιλιόμετρα δυτικά του Μεγαπλατάνου και δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Γουλεμίου.
Αυτό ήταν το σημείο που έπρεπε να ελέγξουμε. Και το ελέγξαμε.
Πριν δεχτείς ή απορρίψεις μια πληροφορία, πρέπει πρώτα να επιστρέψεις στην πηγή της.

Και τότε άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες αντιφάσεις. Μια από αυτές αφορούσε ακόμη και την ταυτότητα ανθρώπων που είχαν βρεθεί στην πρώτη επιτόπια έρευνα. Ο Αργύρης Αλαβάντας, πρόεδρος της κοινότητας Μεγαπλατάνου, εμφανιζόταν σε δημοσιεύματα με διαφορετική ιδιότητα και διαφορετικό όνομα. Οι κάτοικοι της περιοχής μάς βοήθησαν να ξεκαθαρίσουμε αυτή την παλιά σύγχυση. Και όσο επιστρέφαμε στις αρχικές πηγές, τόσο περισσότερο γινόταν φανερό ότι η υπόθεση χρειαζόταν να εξεταστεί ξανά, από την αρχή.
Και τότε εμφανίστηκε το μεγαλύτερο πρόβλημα
Μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε ένας τόπος που όλοι γνώριζαν.
Ο Μεγαπλάτανος.



Εκεί, σύμφωνα με την εκδοχή που είχε επικρατήσει, είχε συμβεί το περιστατικό. Εκεί πήγαν ερευνητές. Εκεί πήγαν δημοσιογράφοι. Εκεί πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες έρευνες. Εκεί αναζητήθηκαν τα ίχνη. Εκεί συνδέθηκαν τα ευρήματα με την υπόθεση.
Όμως η νέα μαρτυρία που καταγράψαμε οδηγούσε αλλού. Πολύ αλλού.
Στο όρος Ασπρογιές, στην κορυφογραμμή Ιτιά, απέναντι από τη στάνη της οικογένειας. Περίπου έξι χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή από τον Μεγαπλάτανο. Και εδώ η υπόθεση αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση καθώς μιλάμε για δύο διαφορετικές τοποθεσίες. Από τη μία, ο Μεγαπλάτανος — το σημείο που έμεινε στη συλλογική μνήμη ως «σημείο προσγείωσης της Αταλάντης». Από την άλλη, το όρος Ασπρογιές — το σημείο που υπέδειξαν οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί τη συγκεκριμένη νύχτα.
Και κάπου εδώ γεννιέται το ερώτημα που αλλάζει ολόκληρη την υπόθεση:
Πώς έγινε η μετατόπιση από το ένα σημείο στο άλλο;
Και ακόμη πιο σημαντικό:
Τι συνέβη με τα στοιχεία του πρώτου σημείου;
Στον Μεγαπλάτανο, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε, δημιουργήθηκε την επόμενη νύχτα μια δεύτερη σκηνή. Ένας καμένος κύκλος περίπου τριάντα μέτρων. Μέσα σε αυτόν βρέθηκαν καλώδια, βύσματα, μεταλλικά εξαρτήματα και άλλα υλικά, τα οποία αργότερα εξετάστηκαν από το ΚΕΤΑ. Το επίσημο πόρισμα περιέγραψε αυτά τα αντικείμενα ως γήινης προέλευσης, παλαιάς τεχνολογίας και πιθανότατα σοβιετικής προέλευσης.
Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή.
Το γεγονός ότι τα αντικείμενα που εξετάστηκαν ήταν γήινα δεν απαντά από μόνο του σε ένα άλλο, πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα:
Ήταν αυτά τα ίδια αντικείμενα που είχαν συλλεχθεί από το αρχικό σημείο; Το πραγματικό σημείο συντριβής;
Η έρευνά μας οδηγεί σε μια διαφορετική εκδοχή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε, τα ευρήματα που εξετάστηκαν συνδέονται με το δεύτερο σημείο, στον Μεγαπλάτανο. «Ευρήματα» που τοποθετήθηκαν για να έχουν οι δημοσιογράφοι και οι ερευνητές κάτι να δουν και κάτι να αναλύσουν. Και, κυρίως, για να στραφεί η προσοχή τους μακριά από το όρος Ασπρογιές —μακριά από το αληθινό σημείο της συντριβής.
Τα αρχικά μικρά μεταλλικά ευρήματα που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχαν συλλεχθεί στο όρος Ασπρογιές, δεν εμφανίζονται στο επίσημο πόρισμα με τρόπο που να επιτρέπει να γνωρίζουμε τι απέγιναν.
Και αυτό αφήνει ένα κενό. Ένα πολύ σημαντικό κενό.

Η έρευνα δεν τελειώνει εδώ
Και κυρίως:
πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη ιστορία να χτίστηκε γύρω από ένα σημείο,
ενώ οι άνθρωποι που έζησαν το γεγονός υπέδειξαν ένα άλλο;
Η πλήρης έρευνα, τα στοιχεία, οι μαρτυρίες, οι τοποθεσίες και οι αντιφάσεις παρουσιάζονται για
πρώτη φοράς στο βιβλίο «Φάκελο Αταλάντη – Η Αλήθεια Πίσω από τις Σκιές».
Όσα παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο είναι μόνο ένα μέρος της έρευνας.
Η υπόθεση έχει ακόμη ερωτήματα. Ποια ήταν ακριβώς η διαδρομή των αρχικών ευρημάτων;
Τι συνέβη με τα αντικείμενα που παραδόθηκαν στις αρχές;
Πότε και πώς συνδέθηκε η υπόθεση με τον Μεγαπλάτανο;
Τι πραγματικά προκύπτει όταν αντιπαραβάλουμε τις αρχικές μαρτυρίες με τα μεταγενέστερα δημοσιεύματα;





























